hortiatis570.gr


A+ A A-

Ὁλοκαύτωμα στόν ΑΕΤΟ Μεσσηνίας (11 Σεπ.1943)

Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας οι αντάρτες πήραν την απόφαση να κατέβουν στην Πεδινή Τριφυλία, στα Αστικά Κέντρα (Κυπαρισσία, Φιλιατρά, Γαργαλιάνους, Πύλο) και να αφοπλίσουν τους 2500 εκεί Ιταλούς. Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 1943 κλιμάκιο ανταρτών 80-90 ανδρών,2 διμοιρίες του 9-ου συντάγματος, ερχόμενο από το Δυρράχι της Αρκαδίας και κατευθυνόμενο προς Φιλιατρά και Χώρα βρισκόταν στον Αετό με αρχηγό τον Ναπολέοντα Παπαγιαννόπουλο. Στον Αετό οι αντάρτες έφθασαν, ύστερα από πορεία πολλών ωρών, μετά τα μεσάνυχτα. Παρέμειναν το πρωινό της Παρασκευής, έως να ετοιμασθεί πρόχειρο φαγητό να φάνε και να φύγουν. Οι θερμές εκδηλώσεις των κατοίκων και ο διάχυτος ενθουσιασμός, ύστερα από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, προμήνυμα της λευτεριάς ,καθυστέρησαν την αναχώρηση τους. Ο σύνδεσμος των ανταρτών τους ειδοποιεί ότι έρχονται περίπου 14 Γερμανοί με ποδήλατα στον Αετό.
Η ομάδα των Γερμανών στρατιωτών φθάνει στον Αετό για να ζητήσει να πάρει τρόφιμα από την Κοινότητα. Προερχόταν από το γερμανικό κινητό τάγμα του Δωρίου, το οποίο δεν είχε τακτική επιμελητεία και εξαναγκαζόταν να προμηθεύεται κατά διαστήματα τρόφιμα από τις Κοινότητες των γειτονικών του Δωρίου χωριών.

 

Λέγεται ακόμα πως οι Γερμανοί, για να μην ενθαρρυνθούν οι Έλληνες από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, έκαναν επίδειξη δυνάμεως κινητοποιώντας μικρές στρατιωτικές ομάδες στα χωριά απ’ όπου περνούσαν αντάρτες. Έγινε σύσκεψη των ανταρτών στου Παπαγιάννη το σπίτι με παρόντες και τους τοπικούς αρχηγούς των ανταρτών για το αν έπρεπε να χτυπηθούν οι Γερμανοί στο χωριό φοβούμενοι τα αντίποινα. Αποφασίζουν να χτυπήσουν τους Γερμανούς που είχαν μπει σε μια ταβέρνα του χωριού. Διατάχτηκε μια ομάδα ελασίτες με ομαδάρχη τον Αετοβουναίο λοχία Πανάγο Καζάντζα να μπλοκάρει και να εξοντώσει τους Γερμανούς μέσα στην ταβέρνα. Τα αλλά τμήματα κινήθηκαν να πιάσουν θέσεις στις άκρες του χωριού και κατά μήκος του κεντρικού δρόμου.
Μα οι Γερμανοί, ώσπου να φθάσει ο Καζάντζας, είχαν αφήσει την ταβέρνα. Μια ομάδα τους προχώρησε προς το Μαλίκι και οι άλλοι έμειναν στον Αετό. Η εμπλοκή των ανταρτών με τους Γερμανούς έγινε στο σπίτι του Καζάντζα (Περιστέρως) με τον Πανάγο Καζάντζα να αρχίζει την μάχη με το περίστροφο καθότι το αυτόματό του έπαθε εμπλοκή. Στη σύγκρουση οι αντάρτες δεν είχαν καμιά απώλεια. Οι Γερμανοί μέτρησαν στο παθητικό τους 3 νεκρούς, 2 τραυματίες και 7 αιχμαλώτους, ενώ 2 πρόφθασαν να φύγουν. Οι 7 με τον επικεφαλής τους υπολοχαγό, που πιάστηκαν αιχμάλωτοι, μεταφέρθηκαν στο χωριό Σελλά με τον οπλισμό τους και τα ποδήλατα, με τα οποία είχαν ανέβει στον Αετό.
Οι Γερμανοί κατακτητές, όπως συνέβαινε σε παρόμοια περιστατικά σε ολόκληρη την Ελλάδα το 1943, εφάρμοσαν σκληρά και απάνθρωπα αντίποινα σε βάρος των αόπλων κατοίκων του Αετού.
Στις 11 Σεπτέμβρη ημέρα Σάββατο και ώρα 7π.μ., τέσσερις Γερμανικές πυροβολαρχίες ,δύο από το Σανοβά μία από το Δώριο και μία από τις Ράχες, βομβαρδίζουν τον Αετό. Ακόμη ένα Γερμανικό σύνταγμα συνοδευόμενο με οκτώ άρματα μάχης μετά το βομβαρδισμό καταφθάνει στον Αετό σε παράταξη μάχης και με τη χρήση εύφλεκτης σκόνης βάζει φωτιά και κατακαίει όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού. Οι κάτοικοι άοπλοι, απροστάτευτοι, άυπνοι, νηστικοί και ρημαγμένοι, ασθμαίνοντας παίρνουν των ομματίων τους πανικόβλητοι για τα βουνά. Μερικοί υπερήλικες, αδύνατοι να τρέξουν, παρέμειναν στα σπίτια, για να βρουν λίγο αργότερα μαρτυρικό θάνατο από τους Γερμανούς ναζί. Το πεζικό των Γερμανών φθάνει στον Αετό και επιδίδεται σε λεηλασίες και αφανισμούς. Ουρλιάζει, κλωτσοπατεί, χτυπά αλύπητα με υποκόπανους όσους βρίσκει μπροστά του, βασανίζει απάνθρωπα, σκοτώνει. Οι άμαχοι έχουν βγει όλοι έξω από τα σπίτια τους με ότι πρόλαβαν να πάρουν από ρούχα και τρόφιμα. Οι άνδρες έχουν διασκορπιστεί στα βουνά και στα διπλανά χωριά, καθώς και μερικοί άμαχοι. Όσοι από τους αμάχους δεν πρόλαβαν να διαφύγουν τους συγκέντρωσαν έξω από το δημοτικό σχολείο σκοπεύοντάς τους με οπλοπολυβόλα. Άρχισαν τις ανακρίσεις για την ανεύρεση των σωρών των σκοτωμένων Γερμανών ενώ παράλληλα λεηλατούσαν τα έρημα σπίτια του χωριού. Εφτά μεγάλα φορτηγά αυτοκίνητα υπερφορτώνονται με λάφυρα και ξεφορτώνονται στο Δώριο, για να σταλούν στη Γερμανία σαν λάφυρα πολέμου. Αρπάζονται μεταφορικά ζώα και ζώα σφαγής. Εξειδικευμένες και οργανωμένες για εμπρησμούς ομάδες, μετά τη λεηλασία των σπιτιών εκσφενδόνιζαν με ειδικά πιστόλια στο εσωτερικό κάθε σπιτιού μια άσπρη εύφλεκτη σκόνη, την πυροβολούσαν και αφού έπαιρνε φωτιά ολόκληρο το σπίτι γινόταν παρανάλωμα. Σπίτια, καταστήματα, δημόσια γραφεία, σχολεία, εκτός των εκκλησιών και μικρού αριθμού σπιτιών, έγιναν στάχτη. Το χωριό που πριν λίγες ημέρες έσφυζε από ζωή, είναι κρανίου τόπος. Εκεί όπου κυλούσαν τα γάργαρα νερά και γλυκοκελαϊδούσαν τα πουλιά, εκεί όπου φυσούσε απαλά το δροσερό αεράκι γεμίζοντας την ατμόσφαιρα από αρώματα βασιλικού, μόσκου, γαρυφαλλιάς και τσετσεκιάς (καντιφέ) και την ψυχή από τη γλυκεία της λευτεριάς ελπίδα, είχε μέσα σε μια ημέρα μεταβληθεί σε κολαστήριο του Δάντη.
Σκοτώθηκαν εκείνη τη φοβερή ημέρα οι κάτοικοι Αετού: 1) Θεόδωρος Καζάντζας (Κοκώνης) του Κωνσταντίνου, Ει­σπράκτορας του Δημοσίου Ταμείου Τριφυλίας. 2) Μήτρος Ρέμπελος (Μητρογληγόρης) του Γρηγορίου. Με τις διόπτρες τους είδαν να κινούνται και τους έρριξαν με πυροβόλο όπλο. 3) Αλέξιος Γκότσης (Προκόπης) του Δημητρίου. Τον σκότωσαν μπρος στα μάτια της αδελφής του, που απ’ εκείνη τη στιγμή έχασε τη μνήμη της από το ισχυρό σοκ. Διάτρητος από σφαίρες βρέθηκε έξω από την ανατολική πόρτα του πατρικού του σπιτιού, που το έκαψαν. 4) Κωνσταντίνος Χαϊμανάς (Γυφτογεωργακάς) του Γεωργίου. Τον σκότωσαν κι αυτόν εν ψυχρώ. Ήταν κεντημένος κυριολεκτικά από σφαίρες.
Έκαψαν ζωντανούς τους:
1) Γεώργιο Γεωργιλά του Θεοδώρου, 2) τον τυφλό Κωνσταντίνο Γκότση (Κόρο) του Πανάγου και 3) τον Γεώργιο Χαϊμανά (Γεωρηγιαννή) του Ιωάννου, πρωτοξάδερφο του προηγουμένου Χαϊμανά.
Την ίδια μέρα στα γειτονικά χωριά εκτελούν τους:
Κατσιάρα Κωνσταντίνο ,Πετρόπουλο Μήτσο ,Δημητροπούλου Γιαννούλα και τον 20-χρονο Μανωλόπουλο Νικόλαο.
Όλοι, μικροί μεγάλοι, υπήρξαν θύματα εκείνης της ολέθριας καταστροφής. Έμειναν ανέστιοι, με ότι φορούσαν και με την ψυχή κομματιασμένη. Μπροστά σε λοφίσκους στάχτης και ερειπίων θρηνήσανε πικρά τα αθώα νεκρά θύματα, το χαμένο βίος τους και το αβέβαιο μέλλον, που διαγραφόταν ζοφερό. Μείνανε γυμνοί, κρυώσανε, πεινάσανε, αρρωστήσανε. Η κρατική βοήθεια ήταν ανύπαρκτη τότε. Ουσιαστικά μηδαμινή και απλώς συμβολική ήταν η βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Ο Ερυθρός Σταυρός έδωσε ένα σακί αλεύρι ,δέκα οκάδες όσπρια και μια οκά ζάχαρη. Επιτροπή από χωρικούς επισκέφτηκε αργότερα τον Άγγλο Ρήντ αρχηγό της Διασυμμαχικής Αποστολής ο οποίος έδωσε διαταγή και δόθηκαν από μία λίρα και ένα αλεξίπτωτο για κάθε δύο οικογένειες . Αυτή ήταν όλη μα όλη η βοήθεια που δόθηκε τότε και φυσικά όχι άμεσα στους πρώτους μήνες που υπήρχε η μεγαλύτερη ανάγκη.
Ο Αετός χάνει τα πάντα παίρνουν τα αρχεία του με το δικαιολογητικό: «Δεν υπάρχουν στον Αετό οικήματα για να στεγασθούν». Έτσι πήραν το Ειρηνοδικείο, το Αγρονομείο, το Συμβολαιογραφείο και το Ημιγυμνάσιο. Πολλά παιδιά αναγκάζονται να σταματήσουν το σχολείο και λιγοστά να συνεχίσουν το σχολείο πηγαίνοντας στην Κυπαρισσία και αργότερα στο Κοπανάκι επιβαρύνοντας κατά πολύ τις εξαθλιωμένες τους οικογένειες. Όλες οι προμήθειες είχαν καεί στη φωτιά των Γερμανών με τη πείνα να στους πρώτους μήνες να είναι δυσβάσταχτη.
Εκείνη η αναπάντεχη, η μαύρη, η φρικιαστική περιπέτεια, έγινε ορόσημο οπισθοδρόμησης του Αετού και φράγμα αδιαπέραστο στην εξελικτική του πορεία.
Μετά το κάψιμο των σπιτιών μαζί με όλα τα υπάρχοντα ρούχα και τρόφιμα αρχίζει ο Γολγοθάς των κατοίκων. Τουλάχιστον για 3 έως 4 μήνες χρησιμοποιούν ότι ξώσπιτα υπήρχαν ,όπως στο Λόπεσι ,Βάλες και αλλού. Προσπαθούν μέσα στη πείνα και τις αρρώστιες να επισκευάσουν όπως-όπως τα καμένα σπίτια για να «βγει ο χειμώνας» και αργότερα αβοήθητοι να τα ξανακτίσουν από την αρχή. Το 1947 η προσωρινή στέγαση με επικεφαλής το Στυλιανό Γονατά σε σύσκεψη με τα κοινοτικά συμβούλια Αετού ,Δωρίου και το Σύλλογο Αετού (είχε ιδρυθεί το 1945) αποφασίζουν να φτιάξουν σπίτια για τους πυροπαθείς Αετοβουναίους στο Δώριο ,όπου και έχτισαν τον Νέο Αετό. Όσοι δεν αποφάσισαν να μετοικίσουν στο Δώριο αλλά να παραμείνουν στο τόπο τους, στον Αετό ,δεν πήραν καμία βοήθεια από την πολιτεία. Στο Δώριο δε ,έμειναν αδιανέμητα οικόπεδα τα οποία δεν δόθηκαν ποτέ στους δικαιούχους ,δηλαδή σε όσους πυροπαθείς αποφάσισαν να μείνουν στον Αετό και να μη μετοικήσουν στο Δώριο. Οι δε Γερμανοί μετά από πολλά χρόνια έδωσαν ελάχιστες αποζημιώσεις με διακρατική συμφωνία που δεν είναι άξια λόγου να αναφερθεί ,γιατί στους πολύπαθους κατοίκους των μαρτυρικών χωριών της Ελλάδας δεν έφθασε σχεδόν τίποτε.
Κάναμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή, όχι βέβαια ολοκληρωμένη, για να τιμήσουμε τη σεπτή μνήμη των αθώων νεκρών θυμάτων εκείνης της αποφράδας ημέρας, της 11ης Σεπτεμβρίου, ημέρας Σάββατο, του 1943, δίδοντας στη δημοσιότητα τα ονόματα τους και για να δώσουμε ακριβή ημέρα της μάχης και της πυρκαγιάς του Αετού. Επίσης να τιμήσουμε και όλους τους κατοίκους του Αετού που κατάφεραν να νικήσουν την πείνα και το θάνατο και να ξανακτίσουν μόνοι και αβοήθητοι το χωριό μας.

 

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Κύρια

«Κείνη τη μέρα σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι…», σημειώνει ο Μενέλαος Λουντέμης. «Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης, και ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή», γράφει στο ποίημά του «Θεσσαλονίκη» ο Νίκος Καββαδίας. 

 

 

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 η δρεπανοφόρος Άτροπος Μοίρα επέλεξε τον Χορτιάτη να ακοντίσει τα δικά της αιματοβαμμένα μηνύματα. Να θερίσει 149 μίσχους, να κόψει με μια απότομη κίνηση τα χρώματα της ίριδας που ρίζωναν στους πρόποδες του Χορτιάτη και να αφήσει μόνο μαύρο και κόκκινο, καπνό και αίμα.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 ο Χορτιάτης πλήρωσε βαρύ τίμημα για την αντιστασιακή του δράση. Πλήρωσε με 149 αθώες ζωές και τη σχεδόν εκ βάθρων καταστροφή του, διότι δεν έσκυψε το κεφάλι στον κατοχικό ζυγό, δεν έπλευσε στα δύσκολα χρόνια κόστα - κόστα, ούτε έμεινε στα ρηχά, μα έστρεφε το ακρόπρωρό του στα ανοικτά, μπήκε στις τρικυμίες με υψωμένη την αντιστασιακή παντιέρα.

Ο θάνατος ενός Γερμανού στρατιώτη - χημικού σε μια τυχαία ένοπλη συμπλοκή στο Ρωμαϊκό Υδραγωγείο (Καμάρα), μεταξύ ανταρτών του ΕΛΑΣ, που είχαν στήσει ενέδρα για άλλο λόγο και Γερμανών, που συνόδευαν προπορευόμενο (κατά μία ώρα περίπου…) όχημα της εταιρείας Ύδρευσης και μετέβαιναν στις πηγές της Αγίας Παρασκευής για να τις απολυμάνουν, επίσπευσε την προαποφασισμένη και καλά οργανωμένη απόφαση των Γερμανών και των Σουμπερταίων Ταγματασφαλιτών να αφανίσουν τον Χορτιάτη και τους κατοίκους του.

Λίγες ώρες αργότερα από το πρωινό επεισόδιο, οι γερμανικές δυνάμεις συνεπικουρούμενες από ορδές ταγματασφαλιτών του Σούμπερτ, θα φτάσουν στο Χορτιάτη με 32 οχήματα έτοιμες να εφαρμόσουν το προμελετημένο τους σχέδιο. Ξεσπούν σε πράξεις παράφορης βίας, σκοτώνουν βρέφη, βιάζουν, εκτελούν εν ψυχρώ, καίνε και λεηλατούν. Συγκεντρώνουν όσους δεν έχουν εγκαταλείψει το χωριό στο φούρνο του Γκουραμάνη και στο σπίτι του Νταμπούδη, μετατρέποντας τους δυο χώρους σε κρεματόρια. Ο απολογισμός θα είναι τραγικός: 149 άτομα θα καούν ζωντανά ή θα εκτελεστούν, από τα οποία τα 51 κάτω των 18 ετών. Ανάμεσά τους ένα βρέφος 2 μηνών, ο Αλέξανδρος Σαρβάνης. 

Η Δρακούδη Μηλίτσα, 3 μηνών. Τα μονοχρονίτικα Ανθούλα Τράϊκου και Θανάσης Αγγελινούδης. Τα διχρονίτικα Χριστίνα Ευγενούδη, Γιώργος Κουπαράνης, Χριστόδουλος Λασκαρίδης και Βαγγελίτσα Σκαραγκά. Τα τριχρονίτικα Ειρήνη Γκουραμάνη και τα δίδυμα αδέλφια Ελισάβετ και Ζαχαρίας Μπουζούδης.

Μαρτυρίες

Βασιλική Γκουραμάνη (12 χρονών τότε): «… Ήταν τόσο φρικιαστικά όσα έγιναν, που και σήμερα εξακολουθώ να τα βλέπω στον ύπνο μου ολοζώντανα… είχαμε τρελαθεί. Άρπαζαν τα μωρά και σπούσαν τα κεφαλάκια τους στους τοίχους του φούρνου (Γκουραμάνη) που μας κλείσαν και τα μυαλουδάκια τους χυμένα επάνω μας. Ήταν φρίκη… Ύστερα όπως καθόμασταν βουβοί μέσα στο φούρνο, ρίχνουν μια φορά με το πολυβόλο, γαζώνουν μερικούς και στη συνέχεια ρίχνουν επάνω μας ξερά χόρτα και βάζουν φωτιά, κλείνοντας κάθε διέξοδο διαφυγής. Μας έπνιξαν οι καπνοί. Και κείνοι έξω τραγουδούσαν και γελούσαν και ακόμα τα χαχανητά τους κουδουνίζουν στ΄ αυτιά μου. Κι ακόμα σκέφτομαι, τι άνθρωποι ήταν αυτοί, μάνες τους γέννησαν άραγε ή φίδια;…»

Μαρία Αγγελινούδη (40 χρονών τότε): «… Μας έριξαν σαν αρνιά μέσα στο φούρνο του Γκουραμάνη και έβαλαν με το πολυβόλο. Πολλοί σκοτώθηκαν και άλλοι τραυματίστηκαν. Εγώ τραυματίστηκα ελαφρά και ανέβηκα πάνω στο ζυμωτήριο. Εκεί ήταν και ο Πρόεδρος της Κοινότητας, τραυματισμένος με την οικογένειά του. Ένα παιδί του έπεσε μέσα στο καζάνι του ζυμωτηρίου και κάηκε πριν σκοτωθούν οι γονείς του. Εγώ κατέβηκα απ’ το παράθυρο που κατέβαζαν τις πινακωτές, κι επειδή πολλοί έφυγαν από κείνο το παράθυρο πριν από μένα, έστησαν απέναντι ένα πολυβόλο και θέριζαν όσους έβγαιναν.

… Δεν ξέρω πως σώθηκα. Ήμουν πίσω από μια γυναίκα μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, που δρασκελούσε το παράθυρο. Έπεσε νεκρή απ΄ τις σφαίρες που ρίχτηκαν, κι εγώ έπεσα δίπλα της. Η πλάτη μου ήταν γεμάτη μυαλά και απ’ τα χέρια μου έτρεχαν αίματα. Με πέρασαν για σκοτωμένη και δεν ξαναπυροβόλησαν. Κι εγώ έμεινα ακίνητη. Ύστερα πέσανε πάνω μου άλλοι νεκροί και με σκέπασαν, αλλά άκουγα όσα λέγανε… Λίγο πιο πέρα τραβούσαν τον Παπαδημήτρη απ’ τα γένια και τον ρωτούσαν: «εσύ τραγόπαπα από πού είσαι; Κομμουνιστής είσαι;» Άκουγα και κλάματα και ουρλιαχτά αλλά δεν ήξερα από πού έρχονταν αυτά. Όταν σταμάτησα να ακούω και τον παραμικρό θόρυβο σηκώθηκα απ’ το σωρό των νεκρών και έφυγα έξω απ΄ το χωριό…»

Πέτρος Τσαγκαλής (8 χρονών τότε): «…Σκότωσαν τη μάνα μου, αφού πρώτα έκοψαν τα δάχτυλά της με σουγιά και πήραν τα δαχτυλίδια της. Κι αν σκεφτείς πως όλη η επίδειξη της ασύλληπτης βαρβαρότητας κείνης της μέρας έγινε περισσότερο από τους Έλληνες ταγματασφαλίτες παρά από Γερμανούς, όσα χρόνια κι αν περάσουν εξακολουθείς να μένεις σαστισμένος… Εγώ έφυγα από το φούρνο του Γκουραμάνη πριν ακόμα πυροβολήσουν, πριν του βάλουν φωτιά. Έφυγα από το πίσω παράθυρο και κρύφτηκα πρώτα κάτω από ένα κάρο φορτωμένο αλεύρι απ’ το πλιάτσικο που κάναν οι ταγματασφαλίτες. 

Ύστερα έπιασε μια φοβερή ανεμοθύελλα, σκοτείνιασε ο τόπος κι εκμεταλλεύτηκα εκείνη τη σκοτεινιά κι έφυγα προς τα χωράφια. Στο δρόμο συνάντησα την Ελένη Νανακούδη, λες και την βούτηξαν σ’ ένα καζάνι με αίμα και την έβγαλαν. Έσταζε αίμα! Προχωρήσαμε λίγο μαζί, κι ύστερα χωρίσαμε. Εκείνη τράβηξε προς το βουνό να βρει τον πατέρα της, κι εγώ στα χωράφια να βρω τον δικό μου. Η μάνα μου και τα δυο αδέλφια μου χάθηκαν κείνη τη φοβερή μέρα…»

Το σχολείο του Χορτιάτη πριν και μετά το Ολοκαύτωμα

Τάσος Ρωμούδης (7 χρονών τότε): «…Την οικογένειά μου, τη μητέρα μου Ευαγγελία 40 χρονών και τα τέσσερα παιδιά της, ο Χρήστος 12 χρονών, εγώ ο Τάσος 7 χρονών και τις αδελφούλες μου Ειρήνη και Ελένη 4 χρονών μας οδήγησαν στο Φούρνο Γκουραμάνη, που ήταν απέναντι από το σπίτι μας. Η αγωνία και ο φόβος μας έζωσαν όλους… Μετά έριξαν επάνω μας ξερά χόρτα και μια σκόνη και άρχισαν τους πυροβολισμούς και έτσι μας έβαλαν φωτιά. Και μείς μέσα στο κτίριο καιγόμασταν ζωντανοί. Έτσι, ο σώζων εαυτό σωθείτω Εγώ ξέφυγα από τη μάνα μου και επειδή ήμασταν στο ζυμωτήριο, στον επάνω όροφο, κατέβηκα από τις σκάλες στο ισόγειο και ακριβώς απέναντι υπήρχε ένα μικρό παράθυρο και μια σκαλίτσα απ΄ όπου έβαζαν τα άλευρα. Είδα λοιπόν ορισμένους να πηδάνε απ΄ το παράθυρο. Έκανα και εγώ το ίδιο: Άλλωστε ήταν η μοναδική επιλογή, αφού οι καπνοί και οι φλόγες μας έπνιγαν και μας έκαιγαν ζωντανούς… Στο δρόμο έλεγα, «που πάω μόνος μου, ο πατέρας μου δεν ξέρω που είναι, η μητέρα μου και τα αδέλφια μου έμειναν και καίγονται στο φούρνο, μόνος στον κόσμο είμαι πια, τι κάνω τώρα», και με τις σκέψεις αυτές πέρασα το νεκροταφείο και ανέβηκα προς το βουνό, όπου σ’ ένα πλάτωμα συνάντησα ένα γεροντάκι και του αφηγήθηκα το τι έζησα…». Σαν από θαύμα όπως και ο Τάσος σώθηκαν και οι δύο αδελφούλες του. Η Ειρήνη και η Ελένη – Φροσούλα.

Ελένη Νανακούδη (12 χρονών τότε): «…Μας οδήγησαν μέσα στο φούρνο… έρχεται μετά ένας ταγματασφαλίτης και στήνει ένα οπλοπολυβόλο στην πόρτα… Άρχισε να πυροβολεί επάνω μας και να μας βρίζει με χυδαία λόγια… Έριξε μετά μια εμπρηστική σκόνη και ξερά χόρτα για να καούμε καλύτερα… Γύρισα και είδα τη Μαρίκα του Θεοφάνη με τα μυαλά πεταγμένα από σφαίρα. Η μάνα μου σκοτωμένη, αλλά και η αδελφή μου, που η σφαίρα τη βρήκε στο κεφάλι, βγήκε και σφηνώθηκε στην αριστερή μου παλάμη. Δυο σφαίρες με είχανε βρει και δυο στα  μου γόνατα. Αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα ακόμη… τότε είδα ζωντανή τη Σοφία, του Παναγιώτη του Αγγελινούδη τη γυναίκα, με το μωρό στην αγκαλιά να κατεβαίνει τη σκάλα. Πήγα κοντά της, πιάστηκα από τη φούστα της και κατεβήκαμε μαζί. 

Ο φούρνος καιγότανε από παντού… Κάτω ήταν όλες σκοτωμένες και πατούσαμε στα πτώματα. Είχαμε βουτηχτεί στο αίμα! Ακόμα δεν είχα πάρει είδηση ότι είχα τραυματισθεί στα πόδια και στο χέρι. Ο τρόμος γύρω μου δεν με άφηνε να σκεφτώ τίποτα. Δεν προλάβαμε να κατεβούμε κάτω και εμφανίστηκε στην εξώπορτα ένας ταγματασφαλίτης και με μαχαίρι έκοψε το λαιμό της Σοφίας. Εγώ ήμουνα πίσω της και έτσι και έτσι χωρίς να με πάρει είδηση τρύπωσα κάτω από έναν πάγκο… Σε λίγο βγήκα έξω, η φωτιά έκαιγε τα πάντα. Εκεί είδα καμιά δεκαριά σκοτωμένους. Έπεσα επάνω τους. Εκεί ήταν και η Τερψιχόρη, η γυναίκα του Γρηγόρη του Λασκαρίδη σκοτωμένη και θήλαζε το παιδί της! Το αίμα της πεταγότανε σαν βρύση και με έλουζε ολόκληρη. Το μωρό βύζαινε και έκλαιγε μαζί. Όμως δεν τολμούσα να το ησυχάσω. Έπρεπε να κάνω κι εγώ τη σκοτωμένη. Σε λίγο πλησίασαν 3 – 4 ταγματασφαλίτες και γελάγανε με το μωρό που βύζαινε και έκλαιγε. Εγώ μπρούμυτα. Μου ρίχνουνε μια κλωτσιά στα πλευρά να δουν αν ζούσα. Εγώ τσιμουδιά… Μπορεί στη στοίβα να ήταν και άλλοι ζωντανοί και να κάνανε το ίδιο με μένα. Δεν ξέρω…»

Τα Ολοκαυτώματα στον κόσμο συνεχίζονται 

Ο Χορτιάτης θα ζήσει ένα Ολοκαύτωμα, θα γραφεί για πάντα στις σελίδες της ιστορίας ως ένας μαρτυρικός τόπος, που μπορεί να γνώρισε τη φρίκη, την καταστροφή και το θάνατο, αλλά δεν έσκυψε. Θα γίνει ένα διαχρονικό σύμβολο αντίστασης, αγώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία, ιδεών και ιδανικών. 

Αλίμονο όμως 70 χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα Ολοκαυτώματα στον κόσμο συνεχίζονται. Όπως στην πολύπαθη Μέση Ανατολή. Όπου κι εκεί παιδιά μονοχρονίτικα, διχρονίτικα, τριχρονίτικα δολοφονούνται χωρίς έλεος. «Παράπλευρες απώλειες» χαρακτηρίζονται. Και οι ισχυροί του κόσμου εκφράζουν τη λύπη τους και τον αποτροπιασμό τους... 

Απόλυτος φαρισαϊσμός!

Και δυστυχώς 70 χρόνια μετά, ο νεοναζισμός στη χώρα μας και στην Ευρώπη, αυξάνει ανησυχητικά. Θλίψη, ντροπή και οργή συνάμα τα συναισθήματά μας.

Τέλος, 70 χρόνια μετά «… τι υπόσχεση να δώσουμε στους νεκρούς μας ότι θα κάνουμε τον κόσμο καλύτερο, χωρίς πολέμους και Ολοκαυτώματα; Δυστυχώ ς δεν είναι στο χέρι μας. Ούτε φαίνεται δυνατό κάτι τέτοιο στο ορατό μέλλον. Το μόνο που μπορούμε να υποσχεθούμε από αυτόν εδώ τον μαρτυρικό τόπο είναι να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας. Να καταγγείλουμε τη βαρβαρότητα απ’ όπου και αν προέρχεται και να καλλιεργούμε με πάθος τα στοιχεία εκείνα που κάνουν τον άνθρωπο πραγματικό ΑΝΘΡΩΠΟ και τον απομακρύνουν από την κατάσταση του ζώου…» Λόγια - σκέψεις του αείμνηστου Γιάννη Μανωλεδάκη. 

Ιστορική έδρα-Κέντρο Μνήμης της Ναζιστικής θηριωδίας 

Να λοιπόν γιατί είναι απόλυτα αναγκαίο και πάντα επίκαιρο το αίτημά μας να γίνει ο Χορτιάτης το Κέντρο Μνήμης της Ναζιστικής θηριωδίας στη Βόρεια Ελλάδα. Να γίνει διαχρονικό σύμβολο για την ανάδειξη της ανθρώπινης ζωής σαν υπέρτατη αξία, σε αντιδιαστολή με τις ιδεολογίες που την υποτιμούν εν ονόματι «ιερών» και «μεγάλων» σκοπών. Να γίνει χώρος-ύμνος για τη δίψα του ανθρώπου για ζωή και δημιουργικότητα με μόνιμες εκδηλώσεις και δράσεις που θα υπηρετούν τούτους τους στόχους.

Για να πάρει σάρκα και οστά και η διάταξη του «Καλλικράτιου» νόμου που θεσπίζει τον Μαρτυρικό Χορτιάτη ως την Ιστορική Έδρα του Δήμου Πυλαίας - Χορτιάτη.

Ιστορική έδρα, που στη μνήμη των 149 Μαρτύρων ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ από όλους να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο, με τη δημιουργία όλων εκείνων των αναγκαίων και οφειλόμενων χρόνια τώρα υποδομών, όπως Μουσείο Ολοκαυτώματα και νέο Μνημείο - Μαυσωλείο στους χώρους μαρτυρίου του «Φούρνου Γκουραμάνη» και της «Οικίας Νταμπούδη» χώροι φοβερής και τρομακτικής συλλογικής ιστορικής μνήμης. Που οφείλουμε με κάθε τρόπο να προστατεύσουμε και να αναδείξουμε.

Γιατί η Μνήμη αρμόζει στο Ολοκαύτωμα!

Γιατί η Λησμονιά είναι συνενοχή!

 

από http://tvxs.gr/news/taksidia-sto-xrono/71-xronia-meta-sygklonistikes-martyries-apo-kapsimo-toy-xortiati

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Σημαντικά Άρθρα

Η Σφαγή του Διστόμου

Ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα των Ναζί στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944 γερμανική στρατιωτική φάλαγγα των Ες-Ες ξεκίνησε από τη Λιβαδειά για την Αράχωβα, με σκοπό την εκκαθάριση της περιοχής από τις αντάρτικες δυνάμεις. Στο Δίστομο ενώθηκε με άλλη γερμανική ομάδα που είχε ξεκινήσει από την Άμφισσα και προχώρησαν προς το Στείρι. Οι κάτοικοι έλαβαν εντολή να μην απομακρυνθούν από το χωριό, μέχρι την επιστροφή των γερμανικών δυνάμεων.

Στη θέση Καταβόθρα οι Γερμανοί δέχθηκαν επίθεση από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Μετά από σύντομη, αλλά σφοδρή μάχη, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 15 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Οι γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε 6 νεκρούς και 15 τραυματίες.

Οι Γερμανοί απέδωσαν την επίθεση του ΕΛΑΣ σε ειδοποίηση των κατοίκων του Διστόμου και επέστρεψαν στο χωριό για να εκδικηθούν. Με διαταγή του διοικητή τους, υπολοχαγού Χανς Ζάμπελ, το Δίστομο πυρπολήθηκε και 218 κάτοικοι (114 γυναίκες και 104 άνδρες) εκτελέστηκαν απάνθρωπα. Μεταξύ των νεκρών, 45 παιδιά και έφηβοι και 20 βρέφη.

Η πρωτοφανής θηριωδία έγινε αμέσως γνωστή μέσω του BBC στο εξωτερικό και προκάλεσε την κατακραυγή της διεθνούς κοινής γνώμης. Η Γερμανική Διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Διστόμου, επειδή, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου μπόρεσε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της Σφαγής, Χανς Ζάμπελ, ο οποίος είχε καταφύγει στο Παρίσι και είχε συλληφθεί. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στις ελληνικές, οι οποίες τον προφυλάκισαν.

Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/450#ixzz3cez9upJU

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Κύρια

Ένιωθα μια περίεργη αίσθηση πλησιάζοντας αμήχανος και προεξοφλητικά συντετριμμένος στο μαρτυρικό αλώνι του Διστόμου. Σαν το σκληρό προαίσθημα που σε μουδιάζει όταν κινείς να χαιρετήσεις έναν αγαπημένο φίλο στο ύστατο και ανεπίστροφο ταξίδι του.

 

 απο http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/proskynima-sto-distomo

Δεν έχουν άδικο όσοι λένε ότι η πρώτη εντύπωση καθορίζει την εικόνα που διαμορφώνεις για τα πράγματα. Και η πρώτη εντύπωση ήταν η είσπραξη μιας βαθυστέναχτης σιωπής που με το μαύρο ριχτάρι της υπομονής πάσχιζε να μετριάσει τον πνιχτό αντίλαλο μιας οιμωγής βγαλμένης από τα σωθικά του χρόνου. Πότε-πότε τον υπόκωφο θρήνο, που κρατά εβδομήντα ολάκερα χρόνια στο χωριό, τον διέκοπτε η μηχανή κάποιου τρακτέρ που τραβούσε για τα χωράφια. Στην πλατεία ένιωθες την ανάσα του ήσυχου μεσημεριού που πρόσμενε νωχελικά το λιόγερμα. Παρόμοια ήσυχο πρέπει να ήταν, σκέφτηκα, το μεσημέρι της 10ης μέρας του Θεριστή του 1944 όταν εισέβαλαν οι εραστές του Βάγκνερ και της κλασικής παιδείας σε τούτη τη βοιωτική πολίχνη για να σκορπίσουν φρίκη και θάνατο, να πλύνουν τις μπότες τους στο αίμα αβάπτιστων παιδιών, να χορτάσουν τις πεινασμένες λόγχες τους στη σάρκα βιασμένων γυναικών και ασπρομάλληδων γερόντων, να ημερέψουν το μάτι τους στη θέα χυμένων σπλάχνων.

Σαν η ματιά σου συναντηθεί με βλέμμα Διστομίτη, αμέσως δένει, καθώς λένε, το πικρό προζύμι μιας συζήτησης που έχει ήδη προαναγγελθεί. Στον ιερό αυτό τόπο, όπου «πονά η σιωπή και η πέτρα κάθε δρόμου», όπου ακόμα πλανάται η μυρωδιά της καμένης σάρκας, το κάθε σπιτικό μετρά τον δικό του άνθρωπο που πέρασε από ναζιστική ρομφαία. Ακούω έναν γέροντα να λέει σε τόνο λυγμικό ότι σε κάποια σπίτια το ξύλινο πάτωμα φέρει ακόμη τα αιμάσσοντα ίχνη του θανατικού. Τέτοιο αίμα λένε δεν πλένεται. Ένας άλλος είχε την τύχη να επιζήσει. Μόνο με ένα πράγμα μπορεί να συγκριθεί αυτό που είδαν τα μάτια του και άκουσαν τα αυτιά του: με το σπαρακτικό βέλασμα των προβάτων που σε κάνει να ριγείς σύγκορμα. Οι παλιές γυναίκες στο Δίστομο δεν έβγαλαν τα μαύρα. Τα φορούν ισοβίως όπως ο παπάς φορά τα τιμημένα ράσα του. Για πολλά χρόνια οι κοπέλες που παντρεύονταν δεν φορούσαν άσπρο νυφικό. Σε κάποιες οικογένειες το συνηθίζουν ακόμα. Δεν είναι έθιμο που το έμπηξε σαν άσειστο πάσαλο ο χρόνος στο χώμα της ζωής. Είναι ανάγκη μνημόσυνη, είναι οφειλή ιερή, είναι στάση ανώτερης υπαρξιακής και μεταφυσικής συνθήκης που δεν ερμηνεύεται με τα μέτρα της τρέχουσας ηθικής και λογικής μιας κοινωνίας που αρέσκεται στη λήθη και στη βολική ή βολεμένη αδιαφορία.

Με το που διαβαίνεις το κατώφλι στο «Μουσείο Θυμάτων του Ναζισμού», το μάτι σου πέφτει πάνω στο θυροκολλημένο ιδιόχειρο ποίημα του Ρίτσου για το Δίστομο. Η Χρυσούλα, υπάλληλος του Μουσείου, μας ξεναγεί και καταβάλλει προσπάθεια να διηγηθεί φρικώδεις λεπτομέρειες της ημέρας του φονικού. Η φωνή της πλοίο που προσκρούει σε σκοπέλους πηγαίας συγκίνησης. Στην αίθουσα προβολών το ημίωρο βίντεο συγκλονίζει με την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των πρωτογενών μαρτυριών που συμπερικλείει. Στον επάνω όροφο οι τοίχοι είναι ολόσωμα ντυμένοι με τις φωτογραφίες των σφαγιασθέντων. Ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των δεκαέξι ετών που η μοίρα έγραψε να μεγαλώσουν με τους παππούδες τους. Σε ένα δώμα που κηρύχθηκε ιερός χώρος μια άσβεστη φλόγα σε γυάλινη τοξωτή βάση συντροφεύει τη γιγάντια φωτογραφία των οστών των θυμάτων. Δέος, σιωπή, πένθος. Η φρίκη, λέει ο ποιητής, δεν κουβεντιάζεται.

Στο βιβλίο επισκεπτών διαβάζω συγχαρητήριες αναφορές για την προσπάθεια των φορέων να διασώσουν την ιστορική μνήμη. Έπιασα την πένα. Το χέρι μου μπόρεσε να γράψει τρεις μόνο λέξεις: Ποτέ πια φασισμός.

Πηγή: reportit

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Σημαντικά Άρθρα

Καστράνιτσα, Απρίλης του 1944

“Σου γράφω όπως μου ζήτησες ότι κρατάω στη μνήμη μου από την τραγωδία του χωριού μας. Ήσυχη ήταν η αυγή της 23ας Απρίλη 1944. Ξάφνου κροταλίσματα πολυβόλων και κρότος οβίδων τάραξαν την ησυχία του πρωινού και τον ύπνο όσων κοιμούνταν. Τρομαγμένοι οι κάτοικοι σηκώθηκαν να πληροφορηθούν τι γίνεται. Φωνές, πολλές φωνές από παντού ακούγονταν: Οι Γερμανοί! Ήρθαν Γερμανοί!”

 

 

Έτσι ξεκινάει την διήγησή του, μια διήγηση άφατου πόνου, άδικου αίματος και παράλογης ανθρωποθυσίας, ο Μανώλης Τασιώνης, γυρνώντας, χρόνια μετά τον εφιάλτη, πίσω στην μέρα που σημάδεψε την ζωή και την μνήμη των παιδικάτων του.
  
Το έτος είναι το 1944, η περιοχή είναι η Εορδαία, το χωριό είναι η Καστράνιτσα, που υποδέχθηκε στα χώματα του τους ξεριζωμένους πρόσφυγες του 22, για να γνωρίσουν 22 μόλις χρόνια μετά, σχεδιασμένη από τον ίδιον στρατό, μια έξω από τον νου του ανθρώπου κτηνωδία.
 
Η Καστράνιτσα, ένα πλούσιο από τον μόχθο κεφαλοχώρι με συνεχή οικιστική παρουσία από την αρχαιότητα (Μακεδονικοί τάφοι με ελληνικές επιγραφές, παλαιοχριστιανικοί ναοί κλπ) και σημαντικό πολιτισμό (καταγωγή της οικογένειας Χριστομάνου), το τότε σλάβικο όνομα του οποίου υποβλήθηκε σε εξελληνισμό και σήμερα αποκαλείτε Πύργοι, συστέγαζε αρμονικά διωγμένους όχι μόνο ενός είδους: Αρκετούς μικρασιάτες πρόσφυγες που το καναν κεφαλοχώρι και λίγους σλαβομακεδόνες, που όλοι μαζί το ανέδειξαν με την αντίσταση τους στον κατακτητή στο περήφανο ανταρτοχώρι της περιοχής. Κάρφος στο μάτι φρονοβλαβών δοσίλογων στυλ Πούλιου αλλά κι αφιονισμένων γκεσταπιτών, γνώρισε ίσως ένα από τα πλέον βάρβαρα ολοκαυτώματα στην Ευρώπη. Ολοκαύτωμα που όμως δεν έτυχε ποτέ αντίστοιχης με την σημασία του ιστορικής αναφοράς, για λόγους που δεν είναι του παρόντος κειμένου αλλά σχετίζονται γενικά με τους τρόπους ξεπλύματος του δοσιλογισμού (κι άρα και του ναζισμού) και ειδικά με τους τρόπους πρόσληψης του “άλλου” ή του “απόμακρου δικού” στον χώρο της Μακεδονίας, στο μετεμφυλιακό ελληνικό μόρφωμα.

Στην περίπτωση της Καστράνιτσας (όπως και του Χορτιάτη με τους βιασμούς και τα ξεκοιλιάσματα εγκύων) δεν έχουμε τον συνήθη, τακτικό στρατό που εκτελεί ομαδικά, αλλά, (προάγγελμα ενός σπαρακτικού εμφύλιου όπου τα πάθη εκδηλώνονται “Μεσογειακά”) ένα τετραήμερο όργιο σαδισμού που οδήγησε τελικά στο ανείπωτο.
 
Συνεχίζει ο Τασιώνης: Ανάστατοι όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους παίρνοντας μαζί τους ότι προλάβαιναν με κατεύθυνση το βουνό... Οι πυροβολισμοί που ακούγονταν μέσα στο χωριό δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις τους. Πυροβολώντας αδιάκριτα όποιον προσπαθούσε να ξεφύγει, έμπαιναν μέσα στα σπίτια και οδηγούσαν τους ανθρώπους στο χώρο κοντά στην εκκλησία της Παναγίας, όπου βρισκόταν το Νεκροταφείο της συνοικίας αυτής. /.../ Αφού συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, τους βάλανε στη σειρά κι έστησαν μπροστά τους τα πολυβόλα. Τρόπος να το σκάσει κανείς δεν υπήρχε. Μήτε δυνατότητα καμιά. Ωστόσο, δεν έλειψαν κι εκείνοι που αρνήθηκαν να δεχτούν το θάνατο με σταυρωμένα χέρια. Όσο κι αν οι πιθανότητες σωτηρίας ήταν περιορισμένες, ξεχύθηκαν προς το παρακείμενο ρεύμα και τους λόφους. Η φωτιά των πολυβόλων δεν τους άφησε να ζήσουν για πολύ./.../

Στις 26 του Απρίλη, μέρα Τετάρτη, αποφασίσαμε να κατεβούμε πιο χαμηλά, με την ελπίδα πως θα βρίσκαμε μέσα στις ρεματιές γυναικόπαιδα της απάνω συνοικίας, που θα είχαν πάρει μαζί τους ψωμί. Ίσως μας έδιναν λίγο. Τέσσερες μέρες είχαμε να βάλουμε μπουκιά στο στόμα μας. Πραγματικά συναντήσαμε κάμποσους συγχωριανούς. Εκεί πληροφορηθήκαμε ότι το ίδιο το πρωί οι Γερμανοί είχαν ξετρυπώσει σ' άλλο σημείο της ρεματιάς καμιά διακοσαριά συντοπίτες και τους πήραν μαζί τους στο χωριό.Δεν ξέραμε ακόμα τι φοβερή μοίρα τους περίμενε.

Σύμφωνα με μαρτυρία της μικρής τότε Κατίνας Τουφεξή, από τα ελάχιστα παιδιά που διασώθηκαν, «η μυρωδιά καμένης ανθρώπινης σάρκας ήταν έντονη μέσα στα ερείπια και τα αποκαΐδια». Και πώς όχι; Η εκκλησία του χωριού (και πιο συγκεκριμένα οι αχυρώνες κάτω από την Εκκλησία της Μεταμόρφωσης) μετράπηκε σε κλίβανο, σ' ένα φριχτό φούρνο, που έκαψε ζωντανούς τους έγκλειστους, άνδρες γυναίκες, παιδιά και μωρά γεννημένα κι αγέννητα. Ο τελικός απολογισμός του ολοκαυτώματος καταμετρά 341 νεκρούς. Ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι είναι ακόμα μεγαλύτερος αγγίζοντας τους 400. Η ολοσχερής καταστροφή των αρχείων της κοινότητας και η μη επιστροφή έκτοτε στο χωριό κάποιων οικογενειών καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την εξακρίβωση του τελικού αριθμού των θυμάτων. Το 1951 που μετρήθηκαν βρέθηκαν μόνον 978, πολλοί λίγοι, αφού γύρω στους 1000, τραυματισμένοι ψυχικά και διωγμένοι κοινωνικά, έλειπαν και οι πιο πολλοί δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Κι αν προσθέσουμε σ αυτούς και τα θύματα του διπλανού Μεσόβουνου...

Κι όμως! Ακόμη και στην κόλαση υπήρξαν ρωγμές μιας ξεχασμένης ανθρώπινης φύσης, έτοιμη να φυτρώσει ρωμαλέα στην άκαιρη κι όμως πολύτιμη ελπίδα της στα πιο άγρια μέρη από το πουθενά: Ο Περικλής Μελκόπουλος είχε χωθεί με τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του σε μια κρυψώνα. Το κλάμα του μικρότερου παιδιού τούς πρόδωσε. Ο Γερμανός στρατιώτης που τους ξετρύπωσε, αντί να τους εκτελέσει με νοήματα τους έδωσε να καταλάβουν πως πρέπει να πνίξουν το μικρό για να μην τους εντοπίσουν τα Ες Ες από τα κλάματά του. Οι γονείς αρνήθηκαν και η οικογένεια έπειτα από πολλές περιπέτειες σώθηκε. Μέσα στη βαρβαρότητα του πολέμου και μια στάλα φωτός, ένα χέρι που απλώθηκε για να απονείμει ζωή, όχι θάνατο. Και μάλιστα θηριώδη θάνατο.
   
Το σκοτάδι, όπως η νυχτερίδα, αντιπαλεύει το Φως: οι Γερμανοί παίρνουν την Δασκάλα, την Αναστασία Σιούλη, και τον Κώστα Βερβέρη, τους 2 “διανοούμενους” τπυ χωριού, και τους υποχρεώνουν, σε μια σημειολογία διαρκώς επανερχόμενης βαρβαρότητας, να σκάψουν τον τάφο τους με τα ίδια τους τα χέρια!
   
Και το υπόλοιπο χωριό παραδόθηκε στις φλόγες. Καταστράφηκε, ερειπώθηκε, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα. Δεν απέμεινε ούτε ένα δείγμα από τα μακεδονικού τύπου αρχοντικά με τα σαχνισιά που διέθετε. Λίγο προτού πυρποληθεί, οι συνεργάτες των Γερμανών από παρακείμενο χωριό λαφυραγώγησαν τις περιουσίες των κατοίκων του, μεταφέροντας στο χωριό τους ακόμα και τις προίκες των ανύπαντρων κοριτσιών. Η ύβρις όμως  -με την αρχαιοελληνική της σημασία- επισημαίνει ο τραγικός μάρτυρας, ολοκληρώθηκε, αφού οι νεκροί μας έμειναν άταφοι, βορά στα άγρια θηρία. Επειτα από δέκα μέρες και πλέον, εκλιπαρώντας την άδεια του κατακτητή σαν μια συλλογική Αντιγόνη, δειλά δειλά επέστρεψαν οι λίγοι επιζήσαντες που ειχαν βρεθεί στην Πτολεμαίδα, για να επιτελέσουν το θλιβερό καθήκον να θάψουν ότι θύμιζε ανθρώπινο σώμα.

Καστράνιτσα (πια Πύργοι) 70 χρόνια μετά

Ο  Χάρμουντ Πούτιγκαμ, Γερμανός αντιφασίστας, από το σύλλογο «Διάλογος» της Βρέμης, σκύβει και ζητά συγγνώμη μπροστά στο μνημείο για τα θύματα των ναζιστών στους Πύργους Πτολεμαΐδας. Ο Μπρεχτ γρατσουνάει με το βαθύ νύχι της Μνήμης την επιφανειακή ευμάρεια των προηγούμενων καιρών που αποσύρεται όσο και να πεις, όσο πάει: “Ποιος κυβερνάει στ αλήθεια εκεί κάτω; ρώτησαν τον ταξιδιώτη του Γ Ράιχ. Κι εκείνος αποκρίθηκε: Ο Τρόμος...”
 
Μπορεί ο καιρός, σαν ήλιος και σαν σύνννεφο, να πέρασε πάνω από την εύφορη γη του τόπου, και να γεννήθηκαν πάλι τα περίφημα σ όλη την Ελλάδα κατακόκκινα μήλα και τα κεράσια, μπορεί η ΔΕΗ να κράτησε κατοίκους και ν ανέβασε το βιωτικό επίπεδο σε μια ακριτική εσχατιά,  αλλά σ αυτό βοήθησε κι ο ανειρήνευτος αγώνας των ειρηνικών καιρών. Αφού, όπως έγραψε ο Στάθης Ταξίδης στην Έντυπη Ελευθεροτυπία “έγινε η απόγνωσή τους ελπίδα κι απαντοχή, ο πόνος και το δάκρυ τους παρηγοριά και προσμονή, η πίκρα τους δύναμη και κουράγιο, το μοιρολόι τους τραγούδι. Και τραγούδησαν μαζί Πόντιοι και ντόπιοι τα τραγούδια τους και τους σκοπούς τους. Τη μια φορά το «Μήλο μου κόκκινο», την άλλη το «Σεράντα μήλα κόκκινα σ' έναν μαντίλ' δεμένα».
 
“Τραγούδησαν, γιατί ο ιδρώτας τους πότισε την αιματοβαμμένη τους γη, την έκανε να βλαστήσει και να καρπίσει. Και η γη τους έδωσε πλούσιους καρπούς. Μήλα ολοκόκκινα, μήλα πράσινα, κάθε λογής και ποικιλίας, εκλεκτής ποιότητας μήλα, από τα καλύτερα της χώρας μας, επιβραβεύοντας έτσι τους κόπους των κατοίκων. Το σπουδαιότερο όμως είναι που βλάστησαν και θαλερά κλαδιά στο δέντρο της ζωής. Γεννήθηκαν παιδιά και ξαναγέμισε το σχολείο και οι δρόμοι του χωριού με χαρούμενες παιδικές φωνές και οι ψυχές των χαροκαμένων κατοίκων με ελπίδα για ζωή.”

«Σου γράφω όπως μου ζήτησες ότι κρατάω στη μνήμη μου από την τραγωδία του χωριού μας” έγραψε ο Μανώλης Τασιώνης, ένα από τα παιδάκια που επέζησαν 70 χρόνια πριν, περιπλανώμενα μέσα στο πυκνό μακεδονικό δάσος. Κι η μνήμη κι η τραγωδία του χωριού του, κοινή Πaτρίδα είτε στο μαρτυρικό Δοξάτο της Δράμας (άλλη αποσιωπημένη ιστορία...) είτε στα μαρτυρικά Καλάβρυτα και στο Βιάνο, είτε στο Lidice και στο Ghetto της Βαρσοβίας, έχει μονάχα μια Προσταγή που ξαναγυρνά σαν Ερινύα από Φως για να φοβίζει τις Νυχτερίδες των Καιρών μας, που δολοφονούν είτε με μαχαίρια είτε με οικονομικούς πολέμους, όλους κι όλες εμάς που όλο και πιο πολύ περισσεύουμε: Να Μην Ξεχάσουμε. Δηλαδή Να Μην Παραδοθούμε... 

της Ελένης Καρασαββίδου από TV Χωρίς Σύνορα

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Κύρια

από agonaskritis.gr

Φθινόπωρο του 1944. Ο Ουκρανός φωτογράφος Ντμίτρι Κέσερ βρίσκεται στην Ελλάδα απεσταλμένος του περιοδικού Life και καταγράφει την υποχώρηση των Γερμανών . Χάρη σε αυτόν χρωστάμε μοναδικά ντοκουμέντα που έζησε η χώρα στην δεκαετία του ’40. Ήταν παρόν με τον φακό του στα Δεκεμβριανάστην επίσκεψη Τσόρτσιλ στην Αθήνα αλλά και αργότερα στον εμφύλιο πόλεμο.

Τον Οκτώβριο επισκέφθηκε και το μαρτυρικό Δίστομο λίγο μετά από τις θηριωδίες των Γερμανών και απαθανάτισε τους εναπομείναντες κατοίκους να προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Εκεί, μεταξύ των άλλων φωτογραφίζει την μαυροφορεμένη Μαρία Παντσίκα η οποία έμελλε να γίνει μία από τις πιο γνωστές φωτογραφίες που απεικονίζουν τον πόνο της απώλειας. Τις φωτογραφίες μαζί με τις μαρτυρίες τις στέλνει πίσω στην Αμερική και αυτές δημοσιεύονται τελικά στις 27 Νοεμβρίου στο Life.

To τεύχος αυτό ήρθε ξανά στο φως χάρη στην επιμονή ενός φοιτητή από το Δίστομο που σπούδαζε στην Καλιφόρνια. Έτσι αφηγείται ο ίδιος την εύρεση του περιοδικού στο “Αράχωβας Blog”: Το περασμένο καλοκαίρι περπατούσαμε με ένα φίλο στο Berkeley χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Δίπλα μας σε ένα ισόγειο κτήριο που έμοιαζε αποθήκη γίνονταν δημοπρασίες. Αποφασίσαμε να μπούμε  από περιέργεια, εκείνος για τα αντικείμενα της δημοπρασίας, εγώ και για την διαδικασία.

Στον τεράστιο χώρο υπήρχε ό,τι μπορείς να φανταστείς, από μικρά διακοσμητικά μέχρι αντίκες αυτοκινήτων, όλα για δημοπρασία. Χωριστήκαμε κι ο καθένας κατευθύνθηκε στα ενδιαφέροντά του. Σε ένα έδρανο ψηλό όπως στις αίθουσες δικαστηρίων οι υπεύθυνοι έβγαζαν σε δημοπρασία ένα ένα τα αντικείμενα  σύμφωνα με μια προκαθορισμένη σειρά που είχαμε κι εμείς στα χέρια μας. Ο φίλος έκανε δυο απόπειρες να πάρει κάποια βιβλία χωρίς επιτυχία. Κάποιοι αποφασισμένοι ανέβαζαν τις τιμές σε απαγορευτικά ύψη.

Συνέχιζα να περιεργάζομαι τα αντικείμενα μέχρι που έπεσα πάνω σε στοίβες παλιών περιοδικών Life τοποθετημένα σε ράφια και ταξινομημένα ανά δεκαετία. Κοίταξα χρονολογίες και είδα ότι υπήρχαν τεύχη ακόμα και πριν το ´50. Αυτό ενίσχυσε το ενδιαφέρον μου για τη δημοπρασία και έκανε την αναζήτηση συγκεκριμένη πλέον. Έψαξα να βρω το τεύχος με το αφιέρωμα στη σφαγή του Διστόμου. Ήξερα το έτος, 1944, αλλά όχι ακριβή ημερομηνία. Μια αναζήτηση στο κινητό μου έδωσε 29 Νοεμβρίου. Όμως όσο κι αν έψαχνα τεύχος με αυτή την ημερομηνία δεν βρήκα. Το Life ήταν εβδομαδιαίο, υπήρχαν πολλά τεύχη και τα εξώφυλλα δεν παρέπεμπαν πουθενά. Συνέχισα την αναζήτηση στο διαδίκτυο μέσω του κινητού και είδα ότι σε άλλη πηγή η ημερομηνία ήταν διαφορετική, 27 Νοεμβρίου 1944.Πράγματι στις στοίβες με τα παλιά περιοδικά υπήρχε τεύχος με αυτήν την ημερομηνία. Το κράτησα στα χέρια μου αλλά δεν ήταν αυτό που περίμενα να δω. Από όσα είχα κατά καιρούς διαβάσει μου είχε σχηματιστεί η εντύπωση ότι η φωτογραφία σύμβολο της Μαρίας Παντίσκα που όλοι έχουμε δει σε αφίσες και φυλλάδια, ήταν εξώφυλλο του τεύχους κι εδώ έβλεπα μια αμερικανίδα στρατιώτη. Αργότερα διάβασα ότι ήταν η ηθοποιός Γερτρούδη Λόρενς η οποία είχε συμπληρώσει μια περιοδεία επτά εβδομάδων στις συμμαχικές εμπροσθοφυλακές στην Ευρώπη.

Όταν όμως ξεφύλλισα το περιοδικό, βρήκα στη σελίδα 21 σχεδόν ολοσέλιδη τη γνωστή  φωτογραφία. Ήταν ένα αφιέρωμα στις καταστροφές που έκαναν οι Γερμανοί στη χώρα μας και μέσα σ´ αυτό το αφιέρωμα τη μεγαλύτερη έκταση είχε  η σφαγή του Διστόμου.

Τα εκατοντάδες περιοδικά life που υπήρχαν εκεί είχαν  πουληθεί όλα μαζί σε κάποιον συλλέκτη που όταν  είδε την επιμονή μου να ξεφυλλίζω το συγκεκριμένο τεύχος με πλησίασε. Του ζήτησα αν γίνεται να το αγοράσω. Δέχθηκε και χωρίς περισσότερες  εξηγήσεις για το τι σημαίνει το τεύχος αυτό για μένα, κανονίσαμε μια τιμή και έγινε δικό μου”.

Το επίμαχο άρθρο που φέρει τον τίτλο “Τι έκαναν οι Γερμανοί στην Ελλάδα” ξεκινάει με την φωτογραφία της Μαρίας Παντίσκα και την λεζάντα “Η Μαρία Παντίσκα ακόμη θρηνεί τέσσερις μήνες μετά τη δολοφονία της μητέρας της από τους Γερμανούς στη σφαγή στο ελληνικό χωριό Δίστομο”.

Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ στην επόμενη σελίδα: “Μια από τις τελευταίες επίσημες γερμανικές πράξεις στην Ελλάδα ήταν η σφαγή του Διστόμου. Μια πόλη περίπου 60 μίλια βορειοδυτικά των Αθηνών. Τον περασμένο Ιούνιο ένας περαστικός Γερμανός ρώτησε τον παππά του Διστόμου πατέρα Σωτήριο Ζήση αν υπήρχαν αντάρτες στην περιοχή. Ο παππάς είπε ότι δεν ήξερε κανέναν. Οι Γερμανοί όμως έκαναν επίθεση στην πόλη. Στην αρχή επέστρεψαν και σκότωσαν  τον πατέρα Ζήση. Λίγες μέρες αργότερα μια ομάδα μαυροφορεμενων ανδρών των SS μπήκαν στο Δίστομο, διέταξαν τους ανθρώπους να κλειστούν στα σπίτια τους, πέρασαν απο σπίτι σε σπίτι πυροβολώντας όλους αυτούς που μπορούσαν να βρουν. Σε δυο ώρες είχαν σκοτώσει 1000 Διστομίτες (σ.σ. Ο αριθμός που αναφέρεται στο άρθρο είναι λανθασμένος καθώς στην σφαγή του Δίστομου έχασαν την ζωή τους 228 άνδρες, γυναίκες και παιδιά ) από τους 1200. Οι ελάχιστοι επιζήσαντες έτυχε να βρίσκονται στα βουνά και στα χωράφια. Αφού οι Γερμανοί τελείωσαν με τη σφαγή πήραν λάφυρα και έκαψαν το μικρό χωρίο. Δεκαπέντε μέρες αργότερα επέστρεψαν αλλά αυτή τη φορά οι χωρικοί είχαν προειδοποιηθεί και είχαν φύγει στα βουνά. Οι Γερμανοί πήραν λάφυρα για άλλη μια φορά”.Η Μαρία Παντίσκα έφυγε από την ζωή σε ηλικία 84 ετών πριν από έξι ακριβώς χρόνια, στις 16 Μαρτίου 2009. Εντύπωση προκαλεί ότι παρόλο ότι υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική φυσιογνωμία από τους επιζώντες, και ενώ υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες από άλλους επιζώντες, δεν υπάρχει κάποια γνωστή μαρτυρία από την ίδια.

Εδώ μπορείτε να ξεφυλλίσετε το τεύχος του περιοδικού

news247.gr

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Κύρια

Σαν σήμερα πριν από 71 χρόνια, η Μεσσηνία ντυνόταν στα μαύρα. Οι Γερμανοί εκτελούσαν στη Μεγαλόπολη 212 πατριώτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Μεσσήνιοι. Τους είχαν συλλάβει οι αλήτες του Βρεττάκου στις 27 του Γενάρη, όταν έκαναν επιδρομή στην Καλαμάτα και με τη βοήθεια των ντόπιων χαφιέδων συνέλαβαν επιλεκτικά εκατοντάδες αντιστασιακούς. Τους οδήγησαν στο στρατόπεδο και λίγο αργότερα τους στοίβαξαν στα γερμανικά φορτηγά για να τους κουβαλήσουν μέχρι την Τσακώνα. Από εκεί ξεκίνησε ο γολγοθάς. Με τα πόδια έφθασαν νηστικοί στη Μεγαλόπολη και διανυκτέρευσαν σε καφενεία. Οι κάτοικοι έσπευσαν με χίλιες προφυλάξεις να συμπαρασταθούν στους πατριώτες. Το πρωί η πορεία στο Γολγοθά συνεχίστηκε. Πορεία μέχρι τις φυλακές της Τρίπολης με τις κάννες των όπλων στραμμένες πάνω τους. Και εκεί τα βασανιστήρια και οι ταπεινώσεις δεν είχαν τέλος. Στο κέντρο της Πελοποννήσου μια αποθήκη ψυχών περίμενε καρτερικά τις εκτελέσεις που θα ακολουθούσαν. Στις 23 Φεβρουαρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ στο Σάλεσι της Μεγαλόπολης αποδεκατίζουν Τάγμα των Γερμανών. Σε αντίποινα διατάζεται η εκτέλεση 200 κρατουμένων από τις φυλακές της Τρίπολης. Επιβάλλεται απαγόρευση κυκλοφορίας στους δρόμους Μεγαλόπολης και Τρίπολης μέχρι τις 7 του Μάρτη, απαγορεύεται η κυκλοφορία οχημάτων στο δρόμο Τρίπολης-Μεγαλόπολης και τοποθετούνται σκοπιές σε δευτερεύοντες δρόμους. Λίγο πριν τα ξημερώματα στις 24 του Φλεβάρη, 212 πατριώτες εκτελούνται στην Παλιόχουνη.
Οι Γερμανοί και οι προδότες συνεργάτες τους βύθισαν στο πένθος (και) τη Μεσσηνία. Για να μην ξεχνάμε γιατί δεν είμαστε... Ιερεμίες.

[Στη φωτογραφία Γερμανοί αξιωματικοί στο Φρουραρχείο Καλαμάτας την εποχή των εκτελέσεων]

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Κύρια

Το ρολόι της πόλης έδειχνε δυο και τριαντατέσσερα λεπτά, και το ημερολόγιο 13 Δεκεμβρίου 1943, όταν στον λόφο Καπή πάνω από τα Καλάβρυτα ήχησε το πρώτο από τα τρία μυδραλιοβόλα. Όταν και τα τρία έπαψαν  700 άτομα - σχεδόν όλος ο ανδρικός πληθυσμός της πόλης - είχαν εκτελεσθεί. Οι Καλαβρυτινοί δεν είχαν γεννηθεί για να γίνουν ήρωες, η άδικη θυσία τους όμως στο βωμό του ναζισμού που έβαψε την πορεία προς την Απελευθέρωση με αίμα, τους κατέστησε ήρωες.

 

 

Η περιοχή των Καλαβρύτων και της Αιγιαλείας είχε αναπτύξει ισχυρή αντιστασιακή δράση ήδη από τις αρχές του 1943. Ο γερμανικός στρατός της Βερμάχτ άρχισε να ανησυχεί για το επαναστατικό κλίμα, το οποίο ενδυναμωνόταν συνεχώς και θέλησε να το περιορίσει με μια οργανωμένη εκκαθαριστική επιχείρηση που θα περιλάμβανε βομβαρδισμούς, πυρπολήσεις και εκτελέσεις.
 
Στη Μάχη της Κερπινής στις 17 Οκτωβρίου 1943, η νίκη των ανταρτών ήταν μεγάλη. Είχαν καταφέρει να αιχμαλωτίσουν 80 περίπου Γερμανούς στρατιώτες εκτελώντας τους. Αυτή ήταν και η αφορμή...
 
Τα γερμανικά στρατεύματα ξεκίνησαν από τρεις ελληνικές πόλεις, την Τρίπολη, το Αίγιο και την Πάτρα, με τελική κατεύθυνση τα Καλάβρυτα, καίγοντας, λεηλατώντας και καταστρέφοντας ολοκληρωτικά τα γειτονικά χωριά που συναντούσαν στο δρόμο τους. Ρογοί, Κερπινή, Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Κάλανο, Βλασία, Μάνεσι Σαραδί, Μάζι, κ.ά., καθώς και την Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και Μονή Ομπλού, νότια της Πάτρας τυλίχθηκαν στις φλόγες και μέτρησαν νεκρούς.
 
Στις 9 Δεκεμβρίου 1943, οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα. Πολλοί κάτοικοι των Καλαβρύτων, είχαν εγκαταλείψει το χωριό από το φόβο για τα αντίποινα. Οι Γερμανοί όμως κάλεσαν τους Καλαβρυτινούς να επιστρέψουν με τη διαβεβαίωση ότι δεν θα πειραχτεί κανείς. Μάλιστα, ο Γερμανός Διοικητής Ebersberger έδωσε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής για να κατευνάσει τους ανήσυχους και φοβισμένους κατοίκους. Αφού προχώρησαν αρχικά στην πυρπόληση των σπιτιών που ανήκαν σε αντάρτες και στην αναζήτηση των Γερμανών τραυματιών της μάχης της Καρπινής, στις 12 Δεκεμβρίου ετοίμαζαν την αναχώρηση τους.
 
Στις 13 Δεκεμβρίου, όμως, νωρίς το πρωί κατέφθασε στην κωμόπολη δύναμη του τακτικού γερμανικού στρατού. Οι καμπάνες της κεντρικής Εκκλησίας ήχησαν και οι Γερμανοί αξιωματικοί διέταξαν όλους τους κατοίκους να συγκεντρωθούν στο δημοτικό σχολείο της κωμόπολης, έχοντας μαζί τους μία κουβέρτα και τρόφιμα μιας ημέρας.
 
Στα σκαλοπάτια του σχολείου έγινε ο διαχωρισμός με τα γυναικόπαιδα να παραμένουν στο σχολείο, ενώ όλος ο ανδρικός πληθυσμός ηλικίας άνω των 14 χρονών να οδηγείται σε φάλαγγες στην κοντινή Ράχη του Καππή (στο «χωράφι του Καπή»). Το χωράφι αυτό ήταν μια επικλινής τοποθεσία σε σχήμα αμφιθεάτρου από το οποίο κανείς δεν μπορούσε να γλιτώσει, ενώ παράλληλα είχε πλήρη θέα της πυρπόλησης και καταστροφής των περιουσιών και των σπιτιών του χωριού.
 
Λίγες ώρες αργότερα, ριπές πολυβόλων έριχναν στο έδαφος τα σώματα των άτυχων Καλαβρυτινών. Την ώρα που οι άντρες έπεφταν νεκροί τα γυναικόπαιδα, παγιδεύτηκαν στο δημοτικό σχολείο, το οποίο είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Ο καπνός που έπνιγε την ατμόσφαιρα τους έδωσε τη δύναμη να σπάσουν την πόρτα και να ξεχυθούν στα αιματοκυλισμένα Καλάβρυτα...
 
Αν και πέρασαν 71 χρόνια, ποτέ δεν ξέχασαν.
 
Από τους υπεύθυνους αξιωματικούς που διέταξαν τη σφαγή, μόνο ο Φέλμυ καταδικάστηκε στην Νυρεμβέργη, στην λεγόμενη δίκη των στρατηγών της ΝΑ Ευρώπης, και εξέτισε τρία χρόνια στην φυλακή για μια πράξη που δεν διέταξε και δεν γνώριζε, είχε όμως διατάξει γενικώς παρόμοια «μέτρα εξιλασμού». Ο Λε Σουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1955 και κηδεύτηκε στην γενέτειρά του στην Βαυαρία με πλήρεις στρατιωτικές τιμές. Ο Εμπερσμπέργκερ πέθανε στο Ανατολικό Μέτωπο. Ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972 σε ηλικία 67 ετών. Ο Νταίνερτ πέθανε στην Αυστρία το 1979 σε ηλικία 64 ετών. Κανείς τους δεν λογοδότησε ενώπιον της Δικαιοσύνης.
 
Το Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα ταξίδεψε στα Καλάβρυτα και κατέγραψε με τον φακό του τις συγκλονιστικές μαρτυρίες των θυμάτων που επέζησαν.
 
Δείτε σήμερα το πρώτο μέρος του δίωρου ντοκιμαντέρ του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα, «ΝΑΖΙ, ΛΗΘΗ και ΝΕΟΝΑΖΙ (Α): Από τα Καλάβρυτα στο Άουσβιτς»

στο http://tvxs.gr/news/san-simera/unternehmen-kalavryta-i-sfagi-ton-kalabryton

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Κύρια

70 χρόνια πριν...

«Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης, και ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή», γράφει στο ποίημά του «Θεσσαλονίκη ΙΙ» ο Νίκος Καββαδίας. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 η δρεπανοφόρος Άτροπος Μοίρα επέλεξε τον Χορτιάτη να ακοντίσει τα δικά της αιματοβαμμένα μηνύματα.

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

2-9-1944: Το χρονικό της καταστροφής

του Μπάμπη Νανακούδη

70 χρόνια πριν...

«Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης, και ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή», γράφει στο ποίημά του «Θεσσαλονίκη ΙΙ» ο Νίκος Καββαδίας. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 η δρεπανοφόρος Άτροπος Μοίρα επέλεξε τον Χορτιάτη να ακοντίσει τα δικά της αιματοβαμμένα μηνύματα.

Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Κύρια
hortiatis570.gr | 2008 - 2012 | Διαχείριση ιστοσελίδας: Κώστας Παράδας, kaparadas@hortiatis570.gr | Γιώργος Ρηγόπουλος, rigopolulos@hortiatis570.gr | Σωτήρης Τοκαλατσίδης, admin@hortiatis570.gr